| | Εκτύπωση | |
Ιστορικό της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας κατά των διακρίσεωνΗ αρχή της μη διάκρισης είναι μία γενική αρχή του Ευρωπαϊκού Δικαίου και αναφέρεται ρητά σε διάφορα άρθρα των Συνθηκών και κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακηρύχθηκε επίσημα το Δεκέμβριο 2000 και επί του παρόντος δεν έχει αποκτήσει δεσμευτικό χαρακτήρα. Αποτελεί μέρος της νέας Συνταγματικής και, όταν η Συνθήκη αυτή επικυρωθεί και από τα 25 Κράτη Μέλη, θα καταστεί δεσμευτικός. Η διαδικασία της επικύρωσης συνεχίζεται επί του παρόντος σε όλη την επικράτεια της Ευρώπης. Το άρθρο 21(1) του Χάρτη προβλέπει: «Απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση βασισμένη σε οποιοδήποτε λόγο όπως το φύλο, τη φυλή, το χρώμα, την εθνοτική ή την κοινωνική προέλευση, τα γενετικά χαρακτηριστικά, τη γλώσσα, τη θρησκεία ή την πίστη, την πολιτική ή άλλη άποψη, την ιδιότητα μέλους σε εθνική μειονότητα, την περιουσία, τη γέννηση, την αναπηρία, την ηλικία ή το σεξουαλικό προσανατολισμό». Επιπλέον, το Άρθρο 13 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας προβλέπει: «Χωρίς επηρεασμό προς τις άλλες πρόνοιες της Συνθήκής αυτής και εντός των περιορισμών των εξουσιών που καθορίζονται από αυτή προς την Κοινότητα, το Συμβούλιο, με ομόφωνη απόφαση επί πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με την Ευρωβουλή, μπορεί να αναλάβει ανάλογη δράση για την καταπολέμηση της διάκρισης στη βάση του φύλου, της εθνοτικής ή φυλετικής προέλευσης, της θρησκείας ή της πίστης, της αναπηρίας, της ηλικίας ή του σεξουαλικού προσανατολισμού». Αυτό δεν αποτελεί άμεση απαγόρευση αλλά μια μάλλον ενδυναμωτική πρόνοια που επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να δράσει ενάντια στις μορφές διάκρισης που καταγράφονται (βλ. Γενικές Αρχές παρακάτω). Πριν τις εξελίξεις αυτές, υπήρχε εκτενής νομοθεσία και δικαστικές αποφάσεις που απαγόρευαν τη διάκριση στη βάση της εθνικότητας και του φύλου Όπως προβλέπεται στο Άρθρο 13, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει στρατηγική για την καταπολέμηση των διακρίσεων που αποτελείται από τρία μέρη:
|